Τη δεκαετία του ’40, την πιο αντιφατική και τραυματική στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, δυο άντρες της «καλής αθηναϊκής κοινωνίας» ξεκινάνε μαζί, από την ίδια αφετηρία, για να καταλήξουν σε δυο διαφορετικούς κόσμους:
Ο πρώτος θα γίνει στυγνός δωσίλογος, στενός συνεργάτης των Ναζί, θα τους ακολουθήσει όταν αποχωρήσουν από την Ελλάδα, θα συλληφθεί, θα δικαστεί και θα φυλακιστεί ατιμασμένος. Ο δεύτερος θα ενταχθεί στις γραμμές της Αντίστασης, θα αναλάβει ηγετικό ρόλο στο ΕΑΜ, θα γίνει κομμουνιστής και θα πολεμήσει στον Εμφύλιο µε την πλευρά των ηττημένων, ακολουθώντας μετά τον δρόμο της προσφυγιάς.
Ποια κίνητρα οδήγησαν στις διαφορετικές επιλογές τους; Τι κρύβεται πίσω από την προσωπική τους σύγκρουση; Πώς εμφανίζονται μέσα από τα µάτια των γυναικών που τους συντροφεύουν; Πώς αντιμετώπισαν τα μεγάλα διλήμματα και τη βίαιη αποκοπή από την προπολεμική ζωή τους; Πόσο ευδιάκριτο είναι το Καλό από το Κακό;
Μια συναρπαστική ιστορία µε αληθινά πρόσωπα και γεγονότα για τη ματαιοδοξία και την ουτοπία, την επιδίωξη για ισχύ, έρωτα και δικαιοσύνη, µε την οποία ολοκληρώνεται η «Τριλογία για τη μνήμη», που περιλαμβάνει επίσης τα βιβλία Η τρέλα ν’ αλλάξουν τον κόσμο (2022) και Η νύχτα που έφυγε ο Παύλος (2023). Μέσα από τις προσωπικές περιπέτειες των πρωταγωνιστών αποτυπώνεται ανάγλυφα η σύγχρονη ιστορία της χώρας.
Διαβάστε απόσπασμα από την προδημοσίευση του βιβλίου, εδώ (DNEWS, 18/4/2026).
Η υπονόμευση του Συντάγματος, απαξιώνει θεσμούς στην αντίληψη της κοινωνίας,
συνέντευξη στον δημοσιογράφο Γιώργο Σαχίνη, στην εκπομπή Νέα Κρήτη 98,4
Ο ονειροπόλος Πέτρος Κόκκαλης και ο δωσίλογος Λογοθετόπουλος πρωταγωνιστές στο νέο βιβλίο του Ξενοφώντα Κοντιάδη,
γράφει ο Βασίλης Σκουρής, στο DNEWS
(...) Ένα βιβλίο που αφηγείται με συναρπαστικό τρόπο τη ζωή και τη δράση του «ονειροπόλου» Πέτρου Κόκκαλη, καθηγητή της Χειρουργικής, αργότερα υπουργού στην Κυβέρνηση του Βουνού και πολιτικού πρόσφυγα μετά το τέλος του Εμφυλίου, καθώς και του «δωσίλογου», καθηγητή της Γυναικολογίας και πρωθυπουργού της κατοχικής Κυβέρνησης Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου. Μέσα από την ιστορία των δύο παλιών φίλων και συναδέλφων, που γίνονται στην Κατοχή άσπονδοι εχθροί, παρουσιάζεται με μυθιστορηματικό τρόπο μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. (...)
Συνέντευξη στον Γιώργο Μελιγγώνη και τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθήνα 98,4
(...) «Το βιβλίο μου «Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος, αφηγείται τη δραματική πορεία δύο ανθρώπων που από φίλοι βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα κατά τη δεκαετία του ’40. Μέσα από τις ζωές τους επιχειρείται να φωτιστούν οι βαθιές πληγές εκείνης της περιόδου, οι οποίες εξακολουθούν να επηρεάζουν τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Πιστεύω ότι ως ένα ζωντανό μυθιστόρημα, μπορεί να αγγίξει περισσότερο κάθε αναγνώστη σχετικά με τα γεγονότα εκείνης της περιόδου για την οποία υπάρχει ένα ανεξάρτητο ενδιαφέρον από την ελληνική κοινωνία». (...)
Μια κουβέντα για το νέο βιβλίο του Ξενοφώντα Κοντιάδη,
με τον Γιάννη Καραχάλιο, στο INFOWAR
(...) Το ενδιαφέρον για τον δωσιλογισμό δεν είναι νοσηρό, όπως θα μπορούσε κάποιος να προσάψει. Συναρτάται με την ανάγκη για ηθική κάθαρση και κατανόηση της προδοσίας. Σε αντίθεση με άλλες χώρες, στην Ελλάδα η τιμωρία των συνεργατών των κατακτητών ήταν πλημμελής έως ανύπαρκτη, λόγω του Εμφυλίου που ακολούθησε. Πολλοί δωσίλογοι ενσωματώθηκαν στον κρατικό μηχανισμό, δημιουργώντας ένα αίσθημα αδικίας και ένα ανεπούλωτο τραύμα, που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Πέρα από αυτό, πρόκειται για την ανατομία του φόβου: Μας ενδιαφέρει να μάθουμε τι ωθεί έναν άνθρωπο στην προδοσία της πατρίδας του ή και του γείτονά του. Είναι τα κίνητρα η επιβίωση, η ιδεολογία ή ο καιροσκοπισμός; (...)
Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι: Βιβλιοκρισία της δικηγόρου Μ. Λέτσου
(...) Το Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι είναι ένα βιβλίο για το παρελθόν που μιλά ευθέως στο παρόν. Υπενθυμίζει ότι οι κοινωνίες δεν κρίνονται μόνο από τους εχθρούς που αντιμετωπίζουν, αλλά και από τους ανθρώπινους τύπους που επιβραβεύουν. Δεν αλλάζουν με ημερομηνίες και καθεστώτα. Αλλάζουν όταν σπάζουν οι μηχανισμοί που επιτρέπουν στους ίδιους τύπους εξουσίας να ανακυκλώνονται με νέα πρόσωπα και νέο αφήγημα. Εν τέλει, το βιβλίο μάς υπενθυμίζει ότι μια δημοκρατία δεν απειλείται μόνο από εξωτερικούς εχθρούς, αλλά κυρίως από την εσωτερική κανονικοποίηση της ιδιοτέλειας, της ατιμωρησίας και της προσαρμογής στον ισχυρό υπό το άλλοθι της εκάστοτε ΤΙΝΑ. (...)
Πόσο ευδιάκριτο είναι το Καλό από το Κακό;
γράφει ο Ξενοφών Κοντιάδης, στην Αυγή της Κυριακής
(...) Τα ερωτήματα που με απασχόλησαν ήταν: Ποια κίνητρα οδήγησαν στις διαφορετικές επιλογές τους; Τι κρύβεται πίσω από την προσωπική τους σύγκρουση; Πώς εμφανίζονται μέσα από τα μάτια των γυναικών που τους συντροφεύουν; Πώς αντιμετώπισαν τα μεγάλα διλήμματα και τη βίαιη αποκοπή από την προπολεμική ζωή τους; Πόσο ευδιάκριτο είναι το Καλό από το Κακό; Με το βιβλίο αυτό ολοκληρώνεται η «Τριλογία για τη μνήμη», που περιλαμβάνει επίσης τα βιβλία «Η τρέλα ν’ αλλάξουν τον κόσμο» (2022), όπου αφηγούμαι τη ζωή και τον θάνατο του Δημήτρη Μπάτση και του Νίκου Μπελογιάννη, και «Η νύχτα που έφυγε ο Παύλος» (2023), τις ηρωικές ιστορίες του Γρηγόρη Λαμπράκη και του Παύλου Φύσσα με πενήντα χρόνια απόσταση. Μέσα από τις προσωπικές περιπέτειες των πρωταγωνιστών των «Δωσίλογων και Ονειροπόλων» προσπάθησα να αποτυπώσω τη σύγχρονη Ιστορία της χώρας. (...)
Διαβάστε περισσότερα, εδώ
Ξ. Κοντιάδης, εφημερίδα Αυγή της Κυριακής
Η τραγικότητα της μοίρας ανθρώπων που έζησαν σε περιόδους που η Ιστορία μετατράπηκε σε μια αμείλικτη συμφορά,
γράφει ο Χρήστος Ράμμος, στο The Press Project
(...) Το βιβλίο μιλάει παράλληλα και εναλλάξ για δύο ιστορικά υπαρκτά πρόσωπα: Τον γιατρό Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο, γιατρό γυναικολόγο, που στην Κατοχή ανέλαβε δωσίλογος “πρωθυπουργός” της κατοχικής κυβέρνησης υπό τους Ναζί κατά την περίοδο 1942-1943. Και παράλληλα για τον ιδεαλιστή γιατρό [χειρούργο] τον Πέτρο Κόκκαλη, ο οποίος την ίδια ακριβώς χρονική περίοδο ακολούθησε μια εντελώς διαφορετική πορεία [την ακριβώς αντίθετη]. Εντάχθηκε στην Αντίσταση και στις δύο κυβερνήσεις του Βουνού [την πρώτη με το ΕΑΜ το 1944 και την δεύτερη με τον ΔΣΕ το 1948] και έγινε ο χειρουργός των σπηλαίων του Γράμμου και του Βιτσίου, κατέληξε δε σε ισόβια εξορία στην Ανατολική Γερμανία όπου πέθανε. (...)
(...) Ωστόσο ο Ξενοφών Κοντιάδης δεν κάνει το λάθος των ίσων αποστάσεων. Είναι σαφές ότι ενώ μας μεταφέρει στο δύσκολο κλίμα της εποχής, στην ζοφερή Κατοχή, μας δείχνει ότι η συνεργασία με τον ναζιστή κατακτητή δεν μπορεί να συγκριθεί με καμία άλλη πολιτική εκτροπή, όπως πχ ο Σταλινισμός. Και αυτό είναι μια ακόμη μεγάλη αρετή του βιβλίου, στην εποχή μας, στην οποία μαζί με την άνοδο της Ακροδεξιάς καλπάζει ο ιστορικός αναθεωρητισμός και η σχετικοποίηση των πάντων. Ακόμη και των αντιδημοκρατικών και φασιστικών ιδεολογιών και πρακτικών. Τέλος, δεν μπορώ να μην εκφράσω την εκτίμηση μου στο γεγονός ότι ο Ξενοφών Κοντιάδης έχει το μεγάλο θάρρος να μιλήσει έξω από τα δόντια και δημόσια και να προβεί σε μια δική του “πατροκτονία”. Από το βιβλίο έμαθα ότι ο Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος [ο “κακός’’ της υπόθεσης] ήταν προπάππους του. (...)
Ο δωσίλογος και ο ονειροπόλος,
γράφει ο Σπύρος Βλαχόπουλος, στο in.gr
(...) από τα ανωτέρω αποσπάσματα, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο συγκλονιστικό είναι το βιβλίο του Ξενοφώντα Κοντιάδη. Πέρα από το ότι διαβάζεται «απνευστί», είναι ένα βιβλίο που μας διδάσκει, με έναν υπαινικτικό και συνάμα επιδραστικό τρόπο, μια από τις δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Το κύριο όμως προσόν του βιβλίου είναι ότι πρόκειται για ένα βαθιά ανθρώπινο βιβλίο. Μας κάνει να αναλογισθούμε πόσο περίπλοκες είναι συχνά οι ζωές μας. Πώς ξεκινάνε και πώς καταλήγουν εντελώς διαφορετικά, ανάλογα με τις επιλογές που καλούμαστε να κάνουμε σε κρίσιμα διλήμματα. Και οι επιλογές αυτές σημαδεύουν όχι μόνο τη ζωή μας, αλλά και την παρουσία μας στη συλλογική μνήμη. (...)
(...) Στο ερώτημα π.χ. «ναζιστής ή αριβίστας» για τον Λογοθετόπουλο η απάντηση είναι σύνθετη και προκύπτει και από αυτό που γράφει η σύζυγος του «…αυτόν τον υπερφιλόδοξο άντρα…» και από τα ίδια τα λόγια του Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου: «…Ναι είμαι Γερμανόφιλος, αντικομουνιστής, φιλοβασιλικός, αλλά όχι ναζιστής…» αλλά και από τα λόγια του Πέτρου Κόκκαλη για τον Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο: «…Το να είσαι Γερμανόφιλος μπορώ να το καταλάβω. Όμως να σου έχουν δολοφονήσει οι Γερμανοί τον άντρα της κόρης σου δεν το χωράει ο νους μου…», «…για να ικανοποιήσει τη μεγαλομανία του, αδίστακτος μπροστά σε κάθε ευκαιρία για δύναμη και προβολή…». Στο δεύτερο ερώτημα για τον Πέτρο Κόκκαλη «Πώς εσύ ένας ευνοούμενος του βασιλιά έγινες κομμουνιστής;» απαντάει ο ίδιος ο Πέτρος Κόκκαλης: «…Δεν είναι οι ιδέες μου που με οδήγησαν στις πράξεις μου αλλά τα βιώματα…» εννοώντας την γενοκτονία από την πείνα τον πρώτο χρόνο της Κατοχής. «…Το ΕΑΜ είναι αυτή τη στιγμή η μόνη σεβαστή δύναμη αντίστασης…». (...)
Συνέντευξη του συγγραφέα στον Πάρι Καρβουνόπουλο, και το Militaire
«Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι: Μια αληθινή ιστορία», το βιβλίο του Ξενοφώντα Ι. Κοντιάδη, το οποίο στάθηκε αφορμή για έναν γόνιμο διάλογο στο Θέατρο Μίκης Θεοδωράκης, την Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026. Στην εκδήλωση συνομίλησαν ο συγγραφέας Ξενοφών Ι. Κοντιάδης με τον τ. ευρωβουλευτή Πέτρο Κόκκαλη, υπό τον συντονισμό της δημοσιογράφου και μέλους της ομάδας έργου του ΦΒΧ, Κυριακή Μπεϊόγλου.
Έχουμε σκεφτεί πόσοι σύγχρονοι “δωσίλογοι” υπάρχουν σήμερα δίπλα μας;
Συνέντευξη στον Νίκο Γιαννόπουλο, στο NEWS 247
(...) Το προσωπικό βίωμα δεν ήταν απλώς η αφορμή, θα έλεγα πως υπήρξε ο καταλύτης. Όταν μεγαλώνεις σε μια οικογένεια όπου στις ίδιες διηγήσεις συνυπάρχουν η περηφάνια και το δέος για τον παππού που σκοτώθηκε από τους ναζί, έναν άνθρωπο που θυσίασε τη ζωή του για την επιστήμη, τον συνάνθρωπο και τα ιδανικά του, αλλά ταυτόχρονα η βαριά, βουβή σκιά για τον προπάππου που συνδέθηκε με το στίγμα της προδοσίας επειδή παρά τη δολοφονία του γαμπρού του συνεργάστηκε με τους κατακτητές, η Ιστορία δεν είναι κάτι μακρινό, είναι στο DNA σου.
Κατά τη συγγραφή, αυτό με επηρέασε με δύο αντίρροπους τρόπους. Από τη μία πλευρά μου έδωσε μία ισχυρή ώθηση να ψάξω βαθύτερα, να μην αρκεστώ σε επιφανειακές απαντήσεις, γιατί ένιωθα ότι όφειλα μια καθαρή αλήθεια στον εαυτό μου και στην οικογενειακή μου μνήμη. Από την άλλη πλευρά, λειτούργησε ως ένας διαρκής εσωτερικός φύλακας. Κάθε φορά που έπιανα τον εαυτό μου να εμπλέκεται συναισθηματικά με οποιονδήποτε τρόπο, σταματούσα. Έβαζα το χειρόγραφο στην άκρη και επέστρεφα στα αρχεία. Το προσωπικό βίωμα ήταν το καύσιμο, αλλά το τιμόνι έπρεπε να το κρατάει η κριτική σκέψη. (...)
«Ανθρωπάκια σαν άλλοι δωσίλογοι δεν έχουν εξαφανιστεί, κυκλοφορούν ανάμεσά μας»
συνέντευξη στον Χάρη Δημαρά, στην εφημερίδα Parallaxi
(...) «Η απάντηση κρύβεται σε μια λεπτή, αλλά καθοριστική διάκριση: η προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου μετριάζει την απλοϊκότητα με την οποία τον κρίνουμε, αλλά δεν πρέπει να αλλοιώνει την αυστηρότητα της τελικής μας κρίσης. Όταν εξετάζουμε τον δωσιλογισμό ψυχρά, είναι εύκολο να αντιμετωπίσουμε τον δωσίλογο ως ένα «τέρας», μια καρικατούρα του απόλυτου κακού. Αυτό μας προσφέρει μια ανακουφιστική, αλλά ψευδή ασφάλεια. Μας επιτρέπει να πιστεύουμε ότι το κακό αφορά μόνο κάποιους «άλλους», γενετικά ή ηθικά διεστραμμένους. Όταν όμως η μυθοπλασία ή η βιογραφία φωτίζει την προσωπική ιστορία του Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου –τη σπουδαία επιστημονική του προσφορά στην Ιατρική, τις καθημερινές του αγωνίες, τον φόβο του για το χάος, τη ματαιοδοξία του– ο αναγνώστης παύει να βλέπει ένα τέρας. Βλέπει έναν άνθρωπο. (...)
Για το βιβλίο του Ξενοφώντα Κοντιάδη Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι, μια αληθινή ιστορία
του Σπύρου Σακελλαρόπουλου, στο Kommon
(...) Το βιβλίο λοιπόν του Κοντιάδη αποτελεί μια εξαιρετική δουλειά αποτυπώνοντας μία πορεία συνεχούς ωρίμανσης του συγγραφέα σε σχέση με τα προηγούμενα λογοτεχνικά του έργα. Περιγράφει, χρησιμοποιώντας κάθε φορά πρώτο πρόσωπο, την πορεία της ζωής του κατοχικού Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου (προπάππου του Κομντιάδη), αυτή της συζύγου του, γερμανικής καταγωγής, Ελισσάβετ, εκείνη του Πέτρου Κόκκαλη, την αντίστοιχη της γυναίκας του Νίκης ενώ με ένα πιο αδρό τρόπο υπάρχει αναφορά και στον (παππού του συγγραφέα) Ξενοφώντα Κοντιάδη. Οι βασικές αρετές του βιβλίου είναι κατά τη γνώμη μου τρεις: Καταρχάς η ιδιαίτερα πρωτότυπη σύλληψη του Κοντιάδη να παρουσιάσει τους παράλληλους βίους πέντε ανθρώπων που για ένα μεγάλο διάστημα της ζωής τους βρίσκονταν στην ίδια «πλευρά της ιστορίας» (...)