1η Έκδοση: Οκτώβριος 2025
Εξώφυλλο & Δελτίο τύπου
Ο Αγώνας Ανταµά Τραορέ δεν είναι µόνο αγώνας της οικογένειας Τραορέ. Ο αδελφός µου πέθανε κάτω απ’ το βάρος τριών χωροφυλάκων κι ενός συστήµατος. Η Γαλλία έχει πρόβληµα µε την αστυνοµία και τη χωροφυλακή: αυτό είναι αναπόσπαστο κοµµάτι του Αγώνα. Η νεολαία είναι αναπόσπαστο κοµµάτι του Αγώνα. Το σχολείο είναι αναπόσπαστο κοµµάτι του Αγώνα. Η μάχη κατά του ρατσισµού είναι αναπόσπαστο κοµµάτι του Αγώνα. Η δηµοκρατία και η δικαιοσύνη είναι αναπόσπαστο κοµµάτι του Αγώνα.
Ασά Τραορέ
Στις 19 Ιουλίου 2016, ο Ανταµά Τραορέ πέθανε στο προαύλιο της Χωροφυλακής του Περσάν, στο Βαλντ’Ουάζ. Είχε γενέθλια εκείνη τη µέρα. Ήταν 24 ετών. Έκτοτε, ξεκίνησε και επεκτείνεται ένας αγώνας που, έχοντας για εφαλτήριο το ζήτηµα της αστυνοµικής βίας στις λαϊκές συνοικίες, που εγείρει ουσιώδη ερωτήµατα για τον κόσµο µας και την πολιτική: ο Αγώνας Ανταµά Τραορέ.
Διαβάστε εδώ την προδημοσίευση του βιβλίου στο Jacobin Greece.
Aκούστε εδώ μια συζήτηση της μεταφράστριας του βιβλίου Αναστασίας Τσουκαλά με την Ηλιάνα Ζερβού & την Νεκταρία Ψαράκη (The Press Project, 23/10/2025).
Παρουσίαση από τον Διονύση Μαρίνο για την Bookpress
Η προσωπική αφήγηση ως πολιτική πράξη
Πέρα από την προσωπική ιστορία
Η αφήγηση της Τραορέ δεν περιορίζεται στην προσωπική τραγωδία· γίνεται παράθυρο σε έναν ευρύτερο κοινωνικό χώρο, όπου ο θάνατος ενός νέου ανθρώπου δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Το βιβλίο δείχνει πώς οι όροι της ζωής στα προάστια, η απομόνωση, η φτώχεια, η αμφισβήτηση της παρουσίας της πολιτείας και ο φόβος της αστυνομίας, συμβάλλουν στην αίσθηση ότι κάποιοι άνθρωποι είναι ήδη καταδικασμένοι πριν συμβεί κάτι. Όχι, η Ασά δεν μιλάει απλώς για τον αδελφό της, αλλά για όλους τους «Ανταμά», για κάθε νέο που αισθάνεται ότι η ζωή του έχει μικρή σημασία για το κράτος, την κοινωνία και τους ανθρώπους που συγκροτούν την καθημερινότητα των αδικημένων.
Η δύναμη του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά του να συνδυάζει αυτό το βιωματικό στοιχείο με διερωτήσεις που ξεπερνούν τη συγκεκριμένη υπόθεση: τι σημαίνει δικαιοσύνη; Ποια σχέση έχει η έννοια της ισότητας με τη λειτουργία των θεσμών; Πώς η δημοκρατία πρέπει να εξετάσει εκ νέου τον ρόλο της δημόσιας ασφάλειας, της αστυνομίας; Ποια είναι η ευθύνη των εκπαιδευτικών, των δικηγόρων, των μέσων ενημέρωσης; Όλα αυτά τα ερωτήματα αναδύονται χωρίς να γίνονται θεωρητικά ακατανόητα – παραμένουν άμεσα, πιεστικά.
Ο Λαγκανερί συμπληρώνει στο βιβλίο το απαραίτητο θεωρητικό πλαίσιο· αυτό που θα μπορούσε να είναι θεωρία αποστασιοποιημένη γίνεται εργαλείο κατανόησης. Αναλύονται έννοιες όπως ο θεσμός της ασύμμετρης εξουσίας, το κράτος ως φορέας βίας, ο ρατσισμός όχι μόνο ως μεμονωμένες εκφράσεις μίσους αλλά ως διάχυτη δομή που επηρεάζει τη λογική της καθημερινότητας.
Ρητορική, φόρμα και αμεσότητα
Το βιβλίο λειτουργεί και ως μανιφέστο, και αυτό του δίνει δύναμη. Δεν είναι απλώς έκθεση γεγονότων, είναι φωνή που απαιτεί, που διαμαρτύρεται, που καταγράφει μια πληγή συλλογικής ευαισθησίας. Η χρήση της γλώσσας είναι απλή, αλλά φορτισμένη. Η συναισθηματική εμπλοκή της συγγραφέως δεν υποτάσσεται στη θεωρία, αλλά τη συμπληρώνει. Οι εικόνες της καθημερινότητας, η παρουσία της οικογένειας, της κοινότητας, των ανθρώπων που αισθάνονται «ξεχασμένοι», όλα αυτά καταγράφονται με σεβασμό στην εμπειρία και με στόχο να προκαλέσουν όχι μόνο σκέψη αλλά και κινητοποίηση.
Η σημασία και η επίδραση
Σε μια εποχή όπου η αστυνομική βία, τα περιστατικά με βάση το χρώμα του δέρματος ή την καταγωγή, η αίσθηση ότι κάποιες ομάδες πολιτών είναι «άλλες» ή «περιθωριοποιημένες», βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, το συγκεκριμένο βιβλίο μπορεί να λειτουργήσει ως έναυσμα για να ανοίξει περισσότερο η δημόσια συζήτηση. Και τούτο διότι θέτει ζητήματα που δεν είναι μόνο γαλλικά: είναι ευρωπαϊκά, είναι παγκόσμια. Για κοινωνίες που αντιμετωπίζουν το μεταναστευτικό, την ανισότητα, τον θεσμικό ρατσισμό, αποτελεί παράδειγμα το πώς η προσωπική αφήγηση μπορεί να μετασχηματίσει την πολιτική διεκδίκηση.
Η δράση της Ασά Τραορέ, μέσα από νομικές διαδικασίες, εκστρατείες, κινητοποιήσεις, βρίσκει στον λόγο αυτού του βιβλίου όχι απλά ένα μέσο καταγραφής, αλλά ένα όπλο. Μόνο που πρόκειται για όπλο που δεν επιθυμεί να καταστρέψει ή να αφαιρέσει ζωές, αλλά να βοηθήσει άλλες, αυτές που ζουν στο περιθώριο, ώστε να συνεχίζουν να ζουν δίχως τον φόβο της εξουσίας που δρα επιλεκτικά και σχεδόν εκδικητικά.(...)
Διαβάστε την παρουσίαση εδώ
Γράφει ο Δ. Μαρίνος, Bookpress (28/10/2025)
Γράφει η Μπέσυ Πολυκάρπου για την Εποχή
Πολιτικές της ασφυξίας και κατοικήσιμοι κόσμοι του αύριο
Το βιβλίο Πώς λειτουργεί η αστυνομική τάξη; Ο Αγώνας Ανταμά Τραορέ διαπραγματεύεται το πώς ο αγώνας Τραορέ στη Γαλλία συγκρότησε μια συλλογική πολιτική αντίστασης ενάντια στους δομικούς αποκλεισμούς που αναπαράγονται μέσα από τα σώματα ασφαλείας και τους ευρύτερους μηχανισμούς του γαλλικού κράτους, στοχοποιώντας κατά βάση μαύρους άνδρες και Άραβες των λαϊκών συνοικιών.
Αποτελεί ένα πολιτικό δοκίμιο –σε μια προσεγμένη μετάφραση από την Αναστασία Τσουκαλά– που εκκινεί από τη δολοφονία του Ανταμά Τραορέ (Adama Traoré) και ακολουθεί με βιωματικά στοιχεία την εξέλιξη των διεκδικήσεων γύρω από τη δολοφονία, ενώ ταυτόχρονα διαπραγματεύεται μια σειρά από κοινωνικά προβλήματα και πολιτικά αδιέξοδα που ταλανίζουν σήμερα τη γαλλική κοινωνία: αστυνομική τάξη, κρατική καταστολή, φυλετικοί εκτοπισμοί, ταξικός πόλεμος και περαιτέρω εδραίωση ενός άκαμπτου και βίαιου συστήματος ταξινόμησης των σωμάτων και των ζωών. Δημοσιευμένο το 2019 στα γαλλικά υπό τον τίτλο Ο αγώνας Ανταμά (Le combat Adama) και γραμμένο από την Ασά Τραορέ (Assa Traoré), ιδρύτρια της συλλογικότητας «Αλήθεια και Δικαιοσύνη για τον Ανταμά» (Vérité et Justice pour Adama) και αδερφή του Ανταμά, και από τον Ζοφρουά ντε Λαγκανρί (Geoffroy de Lagasnerie), πολιτικό φιλόσοφο και κοινωνιολόγο, το βιβλίο συστήνει στο αναγνωστικό κοινό ένα πολυεπίπεδο, διαχρονικό και οδυνηρό ζήτημα, αυτό της απανθρωποποίησης και στοχοποίησης των μαύρων, αραβικών και μουσουλμανικών, φτωχών πληθυσμών στις λαϊκές συνοικίες της Γαλλίας, ενώ παράλληλα προβληματοποιεί έννοιες όπως η αστυνομική βία, ο σωματικός έλεγχος και οι ρητορικές της ασφάλειας.
Αναπνοές υπό επιτήρηση
Μερικά από τα τελευταία λόγια του Ανταμά Τραορέ ήταν «Δεν μπορώ να αναπνεύσω» (“Je n’ arrive plus à respirer”). Ήταν στις 19 Ιουλίου 2016, την ημέρα των γενεθλίων του, όταν κατά τη διάρκεια μιας επιχείρησης της χωροφυλακής κι έναν ρατσιστικό έλεγχο στοιχείων ο Ανταμά «πέθανε από ασφυξία κάτω από το βάρος τριών χωροφυλάκων κι ενός συστήματος», όπως αναφέρει η Ασά Τραορέ (σ. 11). Οι συγγραφείς του βιβλίου μάς καλούν να αναστοχαστούμε γύρω από τις μορφές βίας που ξεδιπλώνονται στις γαλλικές λαϊκές συνοικίες, διαπερνώντας το σώμα της αστυνομίας που υπόσχεται την ασφάλεια των πολιτών και που καταλήγει εν τέλει να προστατεύει τους λίγους και εκλεκτούς, εδραιώνοντας περαιτέρω τη συνολικότερη αίσθηση διάρρηξης της πίστης στους θεσμούς. Η στοχοποίηση των ζωών των μαύρων ανδρών και των Αράβων αντανακλά το συνεχές της βίας μέσα από τους ταξικούς και φυλετικούς μηχανισμούς ταξινόμησης κι εκτοπισμού του κράτους, ενώ το γνωστό σύνθημα «Ο Τεό κι ο Ανταμά μάς θυμίζουν γιατί έτρεχαν ο Ζιέντ και ο Μπουνά» (σ. 41) ανακινεί τις συλλογικές μνήμες γύρω από τις πολλαπλές απώλειες του παρελθόντος και τις εξεγέρσεις των λαϊκών συνοικιών το 2005. Οι συγγραφείς κάνουν αναδρομές σε διάφορα σημεία του κειμένου στις δολοφονίες ανδρών, όπως του Κερτίς (Curtis) το 2017 και του Κλετόν (Clayton) το 2018, ενώ δεν παραλείπουν να υπογραμμίσουν παραλληλισμούς με την κρατική καταστολή, τη ρατσιστική βία και την αστυνομική τάξη στις ΗΠΑ, καθώς και τις συλλογικές απαντήσεις που έδωσε και συνεχίζει να δίνει το κίνημα Black Lives Matter στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Πέρα από τη ρητορική του «μεμονωμένου περιστατικού»
Η συστηματικότητα της επιτήρησης και του ελέγχου των σωμάτων των μαύρων ανδρών και των Αράβων γίνεται σαφής μέσα από τα κεφάλαια που υπογράφει τόσο η Τραορέ όσο και ο Λαγκανρί. Η Ασά Τραορέ με την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας δίνει βάρος στην επίδραση που έχουν αυτές οι επιβεβλημένες μορφές αποκλεισμού στην οικογενειακή ιστορία, αλλά και στη συλλογική ιστορία των μαύρων και αραβικών κοινοτήτων, ενώ ταυτόχρονα τοποθετεί τη δολοφονία του αδερφού της σε ένα συνεχές βίας του κράτους, το οποίο αρνείται να αναγνωρίσει αυτά τα σώματα ως άξια να ζήσουν. Αντίστοιχα, ο Ζοφρουά ντε Λαγκανρί, από τη θέση του συμμάχου, καταπιάνεται με τις αναλυτικές έννοιες της βίας, της εξουσίας και του ελέγχου για να δείξει πως η δολοφονία του Ανταμά Τραορέ αποτελεί ένα πολιτικό γεγονός, το οποίο συνδέει με το κανονικοποιημένο σύστημα εξουσίας που εκπροσωπείται από την αστυνομία, τις τιμωρητικές δικαστικές πρακτικές, την ταξικότητα, τον ρατσισμό και την ισλαμοφοβία. Η δολοφονία του Ανταμά γίνεται η αφορμή να συζητηθεί ανοιχτά η αποσιωπημένη και επιβεβλημένη τάξη πραγμάτων στο εσωτερικό της γαλλικής κοινωνίας που ορίζει ποιες ζωές αξίζουν, ποια σώματα οφείλουν να υπόκεινται σε σωματικό έλεγχο, ποιοι εργαζόμενοι είναι σε θέση να καταφέρνουν να κερδίζουν το μηνιαίο τους εισόδημα με ασφάλεια. Οι τρεις δολοφονίες της οικογένειας Ανταμά φανερώνουν τις διαφορετικές αλλά συνδεδεμένες τροπές των ίδιων συστημάτων αποκλεισμού: ο Ανταμά πέθανε στα 24 του από ασφυξία κατά τη διάρκεια ενός αδικαιολόγητου σωματικού ελέγχου, ο πατέρας του πέθανε στα 52 του από καρκίνο του πνεύμονος λόγω του αμίαντου (δηλαδή εξαιτίας των συνθηκών εργασίας στη δουλειά του) και ο παππούς του συμμετείχε στον πόλεμο του 1939-1945 ως αφρικανός στρατιώτης των γαλλικών αποικιακών στρατευμάτων και σκοτώθηκε πολεμώντας για τη Γαλλία.
Συλλογικές αντιστάσεις και «ανοιχτοί αγώνες»
Παρά την έμφαση που δίνεται στο βιβλίο στο βίωμα της οικογένειας μετά τη δολοφονία του Ανταμά και στην οικογενειακή ιστορία των Τραορέ, είναι σαφής η απεύθυνση προς την κοινωνία μέσα από ένα μήνυμα αλληλεγγύης. Οι συγγραφείς καλούν σε έναν αγώνα συσπειρωτικό «που έχει άτομα απ’ όλα τα χρώματα, απ’ όλες τις θρησκείες, απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα», καθώς δεν θέλουν ο αγώνας τους «να είναι κλειστός» (σ. 241). Η Τραορέ και ο Λαγκανρί συναντώνται στο πεδίο των συλλογικών αγώνων, από όπου καταγράφουν την ιστορία της αστυνομικής τάξης και των ρατσιστικών αποκλεισμών στις λαϊκές συνοικίες της Γαλλίας, φέρνοντας αντίλογο στο κυρίαρχο αφήγημα του κράτους. Το βιβλίο παραθέτει την αλήθεια από τη θέση του Ανταμά, απέναντι στην απόπειρα να παρουσιαστεί ο θύτης ως θύμα κι έτσι οι θεσμοί της αστυνομίας και της χωροφυλακής να συνεχίζουν να δρουν δίχως λογοδοσία. Ο αγώνας Ανταμά δεν είναι μόνο ένας πολιτικός και κινηματικός αγώνας αλλά και ένας αγώνας γνωσιακός και επιστημικός. Διακυβεύεται, δηλαδή, το τι γίνεται αντιληπτό ως κοινωνική πραγματικότητα καθώς και το πώς κατασκευάζεται η αλήθεια από τους θεσμούς του κράτους απέναντι σε αυτή των αντιστεκόμενων κοινοτήτων των λαϊκών συνοικιών που συνεχίζουν να αυτοοργανώνονται με πρόταγμα συνθήματα όπως «Όχι ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη» (“Pas de justice, pas de paix”) (σ. 240). Όπως υποστηρίζουν οι συγγραφείς, αυτές οι συλλογικές συναντήσεις μπορούν να δείξουν τον δρόμο προς την άρση ενός κοινωνικού πεπρωμένου, σε μια απόπειρα να συγκροτηθούν τρόποι διαρκούς συμμαχικής συνύπαρξης για τις κοινότητες που βάλλονται στη Γαλλία αλλά και στον κόσμο.
Γράφει η Μ. Πολυκάρπου,
Εφημ. Εποχή (07/12/2025)
|